Μετάφραση του "extent" σε Ελληνικά
Οι έκταση, έκταση οπτικής γωνίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extent" σε Ελληνικά.
extent
-
έκταση
noun feminine(c) the nature and extent (e.g. quantity, time period or amount as appropriate) of:
(γ) τη φύση και έκταση (π.χ. ποσότητα, περίοδο χρόνου ή ποσό κατά περίπτωση) των:
-
έκταση οπτικής γωνίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " extent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη