Μετάφραση του "gass" σε Ελληνικά
Οι αέριο, ατμός, γκάζι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gass" σε Ελληνικά.
gass
-
αέριο
noun neuterAspetti industrijali u ekonomiċi ta’ żejt u gass mhux konvenzjonali
Βιομηχανικές και οικονομικές πτυχές του μη συμβατικού πετρελαίου και φυσικού αερίου
-
ατμός
noun masculineIl-gass tal-merkurju li jirriżulta jiġi ikkondensat f'sistema ta' tkessiħ u jinġabar bħala merkurju fil-forma ta' metall.
Ο ατμός υδραργύρου ο οποίος παράγεται συμπυκνώνεται σε σύστημα ψύξης και συλλέγεται ως μέταλλο υδραργύρου.
-
γκάζι
nounJista' jissaħħan fuq il-gass jew ċirku ta' l-elettriku
Μπορεί να θερμαίνεται από εστία που λειτουργεί με ηλεκτρικό ή γκάζι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gass " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη