Μετάφραση του "qassis" σε Ελληνικά

Οι εφημέριος, ιερέας, ιερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "qassis" σε Ελληνικά.

qassis noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλτεζικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφημέριος

    masculine

    Capito sar qassis taʼ parroċċa fl-1512, u mbagħad sar kappillan tal-arċisqof f’Mainz.

    Αφού σπούδασε ιατρική, νομική και θεολογία, το 1512 έγινε εφημέριος και στη συνέχεια βοηθός του αρχιεπισκόπου του Μάιντς.

  • ιερέας

    noun masculine

    Zijuwi, qassis, ipprova jaqtagħli qalbi milli nistudja l-Bibbja.

    Ο θείος μου, που ήταν ιερέας, προσπάθησε να με αποτρέψει από τη μελέτη της Γραφής.

  • ιερωμένος

    noun masculine

    L-eqdem kitba tmur lura għall-1828, meta l-edukatur u qassis Jožef Košič ġabar, fuq talba tal-etnografu Johanna Csaplovicsa E.

    Η παλαιότερη γνωστή πηγή ανάγεται στο 1828, όταν ο παιδαγωγός και ιερωμένος Jožef Košič, κατόπιν αιτήματος του σλοβακικής καταγωγής εθνογράφου Johann Csaplovics E.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κληρικός
    • παπάς
    • πρεσβύτερος
    • πρωτοπρεσβύτερος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " qassis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "qassis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη