Μετάφραση του "ramel" σε Ελληνικά

Το άμμος είναι η μετάφραση του "ramel" σε Ελληνικά.

ramel noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλτεζικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμμος

    noun feminine

    Xi materjal naturalment granuluż bħar-ramel u ż-żrar jistgħu jsiru permezz ta’ għarbiel.

    Ορισμένα εκ φύσεως κοκκώδη υλικά, όπως η άμμος και οι αμμοχάλικες, επιτυγχάνονται με κοσκίνισμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ramel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ramel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη