Μετάφραση του "reat" σε Ελληνικά
Οι έγκλημα, αδίκημα, κακούργημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reat" σε Ελληνικά.
-
έγκλημα
noun neuterL-Ewropa hija miżgħuda b’wisq messaġġi li juru l-immigrazzjoni bħala reat!
Είναι πολλά τα μηνύματα που κάνουν τη μετανάστευση έγκλημα στην Ευρώπη!
-
αδίκημα
noun neuterkundanna eżistenti għal reat kriminali serju fl-Istati Membri.
υφιστάμενη καταδίκη για σοβαρό ποινικό αδίκημα στα κράτη μέλη.
-
κακούργημα
noun neuterDin l-awtorizzazzjoni ma hijiex meħtieġa fil-każ ta’ flagranza tar-reat jew ta’ kundanna definittiva.
Η άδεια δεν απαιτείται σε περίπτωση αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος ή τελεσίδικης καταδίκης.
-
παράβαση
noun feminineBarra minn hekk, reat ma jistax jeżisti mingħajr dan l-element.
Άλλωστε, δεν νοείται παράβαση απουσία του στοιχείου αυτού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδίκημα λόγω εγκατάλειψης παθόντος
-
οικονομικό έγκλημα