Μετάφραση του "soru" σε Ελληνικά

Οι αδελφή, καλόγρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soru" σε Ελληνικά.

soru noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Μαλτεζικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδελφή

    noun feminine
  • καλόγρια

    noun feminine

    Għajtitli soru u qlajt kastig talli kont qed nitkellem.

    Μια καλόγρια με φώναξε κοντά της και με τιμώρησε επειδή μιλούσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " soru " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "soru" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη