Μετάφραση του "twil" σε Ελληνικά
Οι μακρύς, ψηλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "twil" σε Ελληνικά.
twil
adjective
γραμματική
-
μακρύς
adjectiveBorġ għoli u twil ta' ħamrija jew materjal ieħor, magħmul mill-bniedem.
Τεχνητός ανυψωμένος μακρύς σωρός χώματος ή άλλων υλικών.
-
ψηλός
adjective masculineHu ġej minn familja sinjura, u hu raġel gustuż ħafna u twil.
Προέρχεται από πλούσια οικογένεια και είναι πολύ όμορφος και ψηλός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " twil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "twil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νανομυγαλίδα
-
Βελονοληστόγλαρος
-
νανομυγαλίδα
-
μεγάλο όνομα αρχείου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη