Μετάφραση του "Fritid" σε Ελληνικά

Οι Άδεια, Αναψυχή, αναψυχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fritid" σε Ελληνικά.

Fritid
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Άδεια

    Vi tok fri... og drepte henne på fritiden.

    Πήραμε κανονική άδεια... και τη σκοτώσαμε εκτός υπηρεσίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fritid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fritid

Tid som ikke brukes til arbeid eller pliktoppgaver, som en person fritt kan benytte til det han/hun ønsker

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Αναψυχή

    Vi er også sammen i fritiden og gjør hyggelige ting sammen.

    Άλλες φορές πάλι βρισκόμαστε μαζί για ωφέλιμη αναψυχή.

  • αναψυχή

    noun feminine

    Vi er også sammen i fritiden og gjør hyggelige ting sammen.

    Άλλες φορές πάλι βρισκόμαστε μαζί για ωφέλιμη αναψυχή.

  • ελεύθερος χρόνος

    noun

    Når den unge studenten begynner å klatre oppover den akademiske stige, øker presset, og fritiden minker.

    Καθώς ο νέος μαθητής ανεβαίνει την ακαδημαϊκή κλίμακα, η πίεση αυξάνει και ο ελεύθερος χρόνος λιγοστεύει.

Φράσεις παρόμοιες με "Fritid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fritid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη