Μετάφραση του "Offentlig" σε Ελληνικά

Οι Δημόσιο, δημόσιος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offentlig" σε Ελληνικά.

Offentlig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Δημόσιο

    Kom og hør det offentlige foredraget «Den eneste vei til evig liv»

    Ελάτε να Ακούσετε Δωρεάν τη Δημόσια Ομιλία «Η Μόνη Οδός για Αιώνια Ζωή»

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Offentlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

offentlig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος

    adjective masculine

    Mange av dem er tjenere i menighetene og holder offentlige foredrag.

    Πολλοί από αυτούς είναι διωρισμένοι υπηρέται στις εκκλησίες και δημόσιοι ομιληταί.

  • κοινός

    adjective masculine

    Det ville ikke Violet, og som straff ble hun nektet å hente vann i den offentlige brønnen.

    Η Βάιολετ αρνήθηκε, και ως τιμωρία τής απαγόρεψαν να παίρνει νερό από το κοινό πηγάδι.

Φράσεις παρόμοιες με "Offentlig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Offentlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη