Μετάφραση του "Pilegrim" σε Ελληνικά
Οι προσκυνητής, προσκυνητής, οδοιπόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pilegrim" σε Ελληνικά.
Pilegrim
-
προσκυνητής
nounb) Pilegrimen ber ved kapellet og slutter seg til pavens bønneintensjoner
(β) Ο προσκυνητής προσεύχεται κοντά στο Εκκλησάκι υπέρ του Πάπα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pilegrim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
pilegrim
-
προσκυνητής
noun masculineEn fast pilegrim sa: «Dette er ikke akkurat den mest heteroseksuelle begivenheten i verden.»
Ένας τακτικός προσκυνητής σχολίασε: «Αυτό δεν είναι και το πιο έντονα ετεροφυλοφιλικό γεγονός στον κόσμο».
-
οδοιπόρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη