Μετάφραση του "aggresjon" σε Ελληνικά

Οι επιθετικότητα, εισβολή, επιδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aggresjon" σε Ελληνικά.

aggresjon masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επιθετικότητα

    noun feminine

    Spesielt i situasjoner som involverer konflikt og aggresjon.

    Ειδικά στις περιπτώσεις που περιλαμβάνουν τη σύγκρουση ή την επιθετικότητα.

  • εισβολή

    noun

    Vers 13 spør: ’Hvor lenge vil denne aggresjonen fortsette?’

    Το εδάφιο 13 ρωτάει: ‘Πόσο καιρό θα συνεχιστεί η εισβολή;’

  • επιδρομή

    noun
  • εχθρικότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aggresjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "aggresjon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aggresjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη