Μετάφραση του "akrobat" σε Ελληνικά

Οι ακροβάτης, ακροβάτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "akrobat" σε Ελληνικά.

akrobat

En som gjør vanskelige og imponerende manøvre

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ακροβάτης

    noun masculine

    En som gjør vanskelige og imponerende manøvre

    Jeg husker det fordi han ville bli akrobat etter det.

    Το θυμάμαι γιατί ήθελε να γίνει ακροβάτης μετά από αυτό.

  • ακροβάτισσα

    noun

    En som gjør vanskelige og imponerende manøvre

    Se hvor langt du kommer med akrobaten og moralen din og ditt nye liv.

    Δες πόσο μακριά θα φτάσεις με την ακροβάτισσα, την ηθική και τη νέα ζωή σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " akrobat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "akrobat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη