Μετάφραση του "alkohol" σε Ελληνικά

Οι αλκοόλη, αλκοόλ, οινόπνευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alkohol" σε Ελληνικά.

alkohol γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αλκοόλη

    noun feminine

    Metanol, en alkohol som fremstilles av naturgass eller kull, er rimeligere.

    Η μαιθανόλη, μια αλκοόλη που φτιάχνεται από φυσικό αέριο ή από κάρβουνο, είναι φτηνότερη.

  • αλκοόλ

    noun neuter

    Ekteskapet utsettes for store påkjenninger hvis en av partene misbruker alkohol eller narkotika.

    Ένας γάμος υφίσταται έντονη πίεση όταν κάποιος από τους συντρόφους κάνει κατάχρηση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών.

  • οινόπνευμα

    noun neuter

    Det er ikke alkoholen i seg selv som er problemet.

    Το ίδιο το οινόπνευμα δεν είναι το πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αλκοόλες
    • αλκοολούχο υγρό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " alkohol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "alkohol"

Φράσεις παρόμοιες με "alkohol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλκοόλες · αλκοόλη · οινόπνευμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "alkohol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη