Μετάφραση του "allergi" σε Ελληνικά
Το αλλεργία είναι η μετάφραση του "allergi" σε Ελληνικά.
allergi
-
αλλεργία
noun feminineEn person kan utvikle allergi etter langvarig eksponering for et stoff.
Ένα πρόσωπο μπορεί να αναπτύξει αλλεργία σε ουσίες με τις οποίες είχαν επανειλημμένα παρατεταμένη επαφή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " allergi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη