Μετάφραση του "allmenn" σε Ελληνικά

Οι γενικός, δημόσιος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allmenn" σε Ελληνικά.

allmenn
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • γενικός

    adjective masculine

    Det kan være allment kjent at visse selgere driver handel med tyvegods.

    Μπορεί να είναι γενικά γνωστό ότι ορισμένοι πωλητές εμπορεύονται κλοπιμαία.

  • δημόσιος

    adjective masculine

    Disse allment utbredte apparatene skaper ikke bare irriterende forstyrrelser, men de kan også bli en samfunnsfiende.

    Εκτός από το ότι προκαλούν ενοχλητικές παρεμβάσεις, αυτές οι πανταχού παρούσες συσκευές ενδέχεται να γίνουν δημόσιος κίνδυνος.

  • κοινός

    adjective masculine

    Dere vil ikke at svakhetene deres skal bli allmenn kjent.

    Δε θέλετε οι αδυναμίες σας να γίνονται γνωστές στο κοινό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allmenn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "allmenn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allmenn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη