Μετάφραση του "allokering" σε Ελληνικά

Οι διανομή, εκχώρηση, επίδομα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "allokering" σε Ελληνικά.

allokering
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διανομή

    noun feminine
  • εκχώρηση

    noun
  • επίδομα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταλογισμός
    • κατανομή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allokering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allokering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη