Μετάφραση του "anna" σε Ελληνικά

Οι άλλος, άννα, Άννα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anna" σε Ελληνικά.

anna
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άλλος

    adjective

    Ingen annen har gitt et tilsvarende offer eller en tilsvarende velsignelse.

    Κανένας άλλος δεν έχει κάνει μια παρόμοια θυσία ούτε έχει δώσει μια παρόμοια ευλογία.

  • άννα

    Var ikke Babylon også kjent som «Su-anna», som betyr «med de høye murer»?

    Μήπως η Βαβυλώνα δεν ήταν επίσης γνωστή ως «Σου-άννα», που σημαίνει «περιβαλλόμενη από ψηλά τείχη»;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anna " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anna proper
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Άννα

    proper feminine

    Άννα (όνομα)

    Fikk meg nesten til å tro at du bryr deg om Anna.

    Σχεδόν έπεισες κι εμένα ότι νοιάζεσαι για την Άννα.

Φράσεις παρόμοιες με "anna" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anna" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη