Μετάφραση του "avbrytelse" σε Ελληνικά

Το διακοπή είναι η μετάφραση του "avbrytelse" σε Ελληνικά.

avbrytelse
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή

    noun feminine

    De trodde at det kunne bli holdt uten avbrytelser, fordi folk ville være opptatt med å feire nyttår.

    Πίστευαν ότι η συνέλευση θα μπορούσε να διεξαχθεί χωρίς διακοπή, επειδή οι άνθρωποι θα γιόρταζαν την πρωτοχρονιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avbrytelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avbrytelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avbrytelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη