Μετάφραση του "avgift" σε Ελληνικά

Οι φόρος, αμοιβή, δασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avgift" σε Ελληνικά.

avgift
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • φόρος

    noun masculine

    Det er som en hemmelig avgift for gutter som ikke får seg noe.

    Είναι σαν κρυφός φόρος για αυτούς που δεν μπορούν να πηδηχτούν.

  • αμοιβή

    noun feminine

    Krigen krever en større avgift av dem som overlever, enn av ofrene.

    Ο πόλεμος παίρνει μεγαλύτερη αμοιβή από αυτούς που επιβιώνουν, παρά από τα θύματά του.

  • δασμός

    noun masculine

    Denne omstendelige fremgangsmåten ble det gjort slutt på i 1689, da det ble innført en avgift som skulle betales av hvert pund tørkede teblad.

    Αυτή η επίπονη διαδικασία καταργήθηκε το 1689, όταν επιβλήθηκε δασμός σε κάθε 450 περίπου χιλιόγραμμα ξερών φύλλων τσαγιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avgift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avgift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avgift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη