Μετάφραση του "bearbeide" σε Ελληνικά

Οι επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bearbeide" σε Ελληνικά.

bearbeide γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επεξεργάζομαι

    verb
  • κατεργάζομαι

    verb

    En som bearbeider metall ved å støpe, smi, hamre, gravere eller på andre måter forme det.

    Αυτός που χυτεύει, σφυρηλατεί, χαράζει, σκαλίζει ή κατεργάζεται με άλλον τρόπο τα μέταλλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bearbeide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bearbeide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bearbeide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη