Μετάφραση του "beiting" σε Ελληνικά
Οι βοσκή, βοσκότοπος, βόσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beiting" σε Ελληνικά.
beiting
-
βοσκή
noun -
βοσκότοπος
noun masculine -
βόσκηση
Ulovlig jakt, avskoging og tamkvegets beiting er de største truslene.
Η λαθροθηρία, η αποδάσωση και η βόσκηση των ήμερων βοοειδών είναι οι κύριες απειλές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beiting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη