Μετάφραση του "bindestrek" σε Ελληνικά

Οι ενωτικό, παύλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bindestrek" σε Ελληνικά.

bindestrek
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ενωτικό

    noun neuter
  • παύλα

    noun feminine

    Mrs. Judy Mitchelson Hicks - noen ganger med bindestrek, andre ganger uten.

    Κα Τζούντιθ Μίτσελσον Χικς, άλλες φορές με παύλα, άλλες φορές χωρίς παύλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bindestrek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bindestrek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bindestrek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη