Μετάφραση του "bleikemiddel" σε Ελληνικά
Το λευκαντικό είναι η μετάφραση του "bleikemiddel" σε Ελληνικά.
bleikemiddel
-
λευκαντικό
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleikemiddel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη