Μετάφραση του "blodgiver" σε Ελληνικά

Το αιμοδότης είναι η μετάφραση του "blodgiver" σε Ελληνικά.

blodgiver γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αιμοδότης

    noun masculine

    I de fleste tilfelle har imidlertid ikke den som får blodoverføring, noen anelse om hvem blodgiveren er.

    Σε πλείστες περιπτώσεις, όμως, ένας που λαμβάνει αίμα δεν έχει ιδέα του ποιος είναι ο αιμοδότης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blodgiver " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blodgiver" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη