Μετάφραση του "bod" σε Ελληνικά

Το αποθήκη είναι η μετάφραση του "bod" σε Ελληνικά.

bod
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αποθήκη

    noun feminine

    Jeg har ikke sett innsiden av fars bod siden jeg var barn.

    Θεέ μου, έχω να έρθω στην αποθήκη του μπαμπά από όταν ήμουν παιδί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bod " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bod" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη