Μετάφραση του "bor" σε Ελληνικά

Οι βόριο, δράπανο, τρυπάνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά.

bor masculine γραμματική

grunnstoff

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • βόριο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο B και ατομικό αριθμό 5 [..]

    Gode manerer kan sammenlignes med slike grunnstoffer som kobolt, molybden og bor.

    Οι καλοί τρόποι είναι σαν τα στοιχεία όπως το κοβάλτιο, το μολυβδένιο και το βόριο.

  • δράπανο

    noun neuter

    Jeg kjøpte en drill med to dusin bor til min mann i 2008.

    Αγόρασα στον σύζυγό μου ένα ηλεκτρικό δράπανο με μια σειρά από 24 τρυπάνια το 2008.

  • τρυπάνι

    noun neuter

    Du har ingen rett til å bore her.

    Δεν έχετε δικαίωμα Για να τρυπάνι σε αυτή τη γη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "bor"

Φράσεις παρόμοιες με "bor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πού μένεις · πού μένετε
  • τρυπώ
  • ζω στη Μελβούρνη · μένω στην Μελβούρνη
  • bo
    κατοικώ · μένω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη