Μετάφραση του "brannmann" σε Ελληνικά

Το πυροσβέστης είναι η μετάφραση του "brannmann" σε Ελληνικά.

brannmann γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πυροσβέστης

    noun masculine

    διασώστης εκπαιδευμένος για να σβήνει επικίνδυνες πυρκαγιές

    En annen brannmann var blitt drept da et menneske falt ned over ham.

    Κάποιος άλλος πυροσβέστης σκοτώθηκε από ένα ανθρώπινο σώμα που έπεσε πάνω του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brannmann " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brannmann" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη