Μετάφραση του "brist" σε Ελληνικά

Το ρήξη είναι η μετάφραση του "brist" σε Ελληνικά.

brist
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ρήξη

    noun

    Selv en liten brist på grunn av en forstrekning kan forårsake smertefull muskelkrampe og betennelse.

    Ακόμη και μια μικρή ρήξη που προκλήθηκε από πίεση μπορεί να επιφέρει οδυνηρούς μυϊκούς σπασμούς και φλεγμονή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη