Μετάφραση του "broderlig" σε Ελληνικά
Οι αδελφικός, αδερφικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broderlig" σε Ελληνικά.
broderlig
-
αδελφικός
adjective masculineDen viste at det var broderlige bånd mellom jødekristne og ikke-jødiske kristne.
Υποδήλωνε ότι υπήρχε ένας αδελφικός δεσμός ανάμεσα στους Ιουδαίους και στους Εθνικούς Χριστιανούς.
-
αδερφικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " broderlig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη