Μετάφραση του "bror" σε Ελληνικά

Οι αδελφός, αδερφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bror" σε Ελληνικά.

bror γραμματική

En som er født av samme foreldre

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αδελφός

    noun masculine

    συγγενική σχέση

    Broren min kalte katten sin "Hanako".

    Ο αδελφός μου ονόμασε τη γάτα του Χάνακο.

  • αδερφός

    noun masculine

    Pete har ikke vart helt god siden broren Andrew ble drept i krigen.

    Ο Πίτ δεν είναι καλά απο τότε που πέθανε ο αδερφός του στον πόλεμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bror " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bror" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bror" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη