Μετάφραση του "deig" σε Ελληνικά
Οι ζυμάρι, ζύμη, Ζυμάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deig" σε Ελληνικά.
deig
masculine
γραμματική
-
ζυμάρι
nounI det blandet man sammen mel og vann som man eltet til en deig.
Σε αυτήν ανακάτευαν αλεύρι και νερό, φτιάχνοντας ζυμάρι.
-
ζύμη
noun feminineOg det å elte deigen kan være en sunn måte å få utløp for sine frustrasjoner på!
Και το ζύμωμα της ζύμης μπορεί να αποτελεί υγιή εκτόνωση για κάθε απογοήτευση!
-
Ζυμάρι
I det blandet man sammen mel og vann som man eltet til en deig.
Σε αυτήν ανακάτευαν αλεύρι και νερό, φτιάχνοντας ζυμάρι.
-
αλευρόκολλα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "deig"
Φράσεις παρόμοιες με "deig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κέικ · τούρτα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη