Μετάφραση του "drive" σε Ελληνικά

Οι δυναμισμός, ενεργητικότητα, ζωηρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drive" σε Ελληνικά.

drive
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δυναμισμός

    noun
  • ενεργητικότητα

    noun

    Å forsørge denne husstanden ved å drive fiske krevde utvilsomt hardt arbeid, handlekraft og oppfinnsomhet.

    Για να συντηρηθεί όλο αυτό το σπιτικό με το ψάρεμα, απαιτούνταν σίγουρα μεγάλος κόπος, ενεργητικότητα και ευρηματικότητα.

  • ζωηρότητα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζωντάνια
    • κάνω πρόβα
    • οδηγώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "drive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη