Μετάφραση του "egg" σε Ελληνικά

Οι αβγό, αυγό, κόψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "egg" σε Ελληνικά.

egg neuter γραμματική

egg - av animalisk opprinnelse [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αβγό

    noun neuter

    De parer seg først når de er blitt seks år gamle og legger bare ett egg hver gang.

    Πρώτη φορά ζευγαρώνουν σε ηλικία έξι ετών και κάνουν μόνο ένα αβγό κάθε φορά.

  • αυγό

    noun

    egg - av animalisk opprinnelse

    Jeg var fanget i et stort egg og et monster slukte meg.

    Ήμουν παγιδευμένος σ'ένα τεράστιο αυγό κι αυτό το τέρας άνοιγε τα σαγόνια του έτοιμο να με καταβροχθίσει.

  • κόψη

    noun feminine

    Berører man stadig eggen på et skarpt våpen, blir den fort sløv.

    Τρόχισε πάρα πολύ τη λεπίδα, και η κόψη σύντομα θα εξασθενήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ωάριο
    • ωόν
    • Αβγό
    • αυγό (τρόφιμο)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " egg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "egg"

Φράσεις παρόμοιες με "egg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βραστό αβγό · βραστό αυγό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "egg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη