Μετάφραση του "einaste" σε Ελληνικά

Οι μοναδικός, μόνο, μόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einaste" σε Ελληνικά.

einaste
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μοναδικός

    adjective masculine
  • μόνο

    adverb neuter

    Men det er den einaste måten du kan få tak i julestjerna på.

    Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσεις στο Χριστουγεννιάτικο Αστέρι.

  • μόνος

    adverb masculine

    Men det er den einaste måten du kan få tak i julestjerna på.

    Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να φτάσεις στο Χριστουγεννιάτικο Αστέρι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einaste " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einaste" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη