Μετάφραση του "eksamen" σε Ελληνικά
Οι διαγώνισμα, δοκιμή, εξέταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eksamen" σε Ελληνικά.
eksamen
γραμματική
Formell, avsluttende prøve
-
διαγώνισμα
noun neuterDere har to timer til å fullføre eksamen.
Θα έχετε δυο ώρες για να ολοκληρώσετε το διαγώνισμα.
-
δοκιμή
noun -
εξέταση
noun feminineOg man kan ikke ha en eksamen uten en klasse.
Και δεν μπορεί να γίνει εξέταση χωρίς εξεταζόμενους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eksamen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη