Μετάφραση του "ekspertise" σε Ελληνικά

Οι δαημοσύνη, ειδημοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ekspertise" σε Ελληνικά.

ekspertise
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δαημοσύνη

    noun

    Et misjonærektepar med ekspertise innen vannrensing reiste til Papua Ny-Guinea for å koordinere hjelpeinnsatsen.

    Ένα ιεραποστολικό ζεύγος με δαημοσύνη στη βελτιωτική επεξεργασία του ύδατος πήγε στην Παπούα-Νέα Γουινέα, για να βοηθήσει στον συντονισμό των προσπαθειών περιθάλψεως.

  • ειδημοσύνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ekspertise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ekspertise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη