Μετάφραση του "eksponering" σε Ελληνικά

Οι έκθεση, αποκάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eksponering" σε Ελληνικά.

eksponering
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • έκθεση

    noun feminine

    Lang eksponering for svak gravitasjon kan påvirke hjernen.

    Μακροπρόθεσμη έκθεση στη χαμηλή βαρύτητα μπορεί να ασκήσει δυσμενή επίδραση στον εγκέφαλο.

  • αποκάλυψη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eksponering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eksponering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη