Μετάφραση του "enslig" σε Ελληνικά

Οι άγαμος, έρημος, χήρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enslig" σε Ελληνικά.

enslig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άγαμος

    adjective masculine

    Bibelen sier for eksempel at en enslig mann eller kvinne ikke må leve i utukt.

    Παραδείγματος χάριν, η Γραφή λέγει ότι ένας άγαμος άνδρας ή γυναίκα δεν πρέπει να ζη σε πορνεία.

  • έρημος

    adjective noun
  • χήρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enslig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enslig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη