Μετάφραση του "epidemisk" σε Ελληνικά

Οι επιδημικός, επιδημία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epidemisk" σε Ελληνικά.

epidemisk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επιδημικός

    adjective masculine
  • επιδημία

    noun feminine

    En epidemisk økning når det gjelder svangerskap blant piker i tenårene, aborter, kjønnssykdommer, skilsmisser og følelsesmessige problemer.

    Μια επιδημία από εγκυμοσύνες, εκτρώσεις, αφροδίσια νοσήματα, διαζύγια και συναισθηματικές αναστατώσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " epidemisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "epidemisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη