Μετάφραση του "epilepsi" σε Ελληνικά

Οι επιληψία, Επιληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epilepsi" σε Ελληνικά.

epilepsi
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επιληψία

    noun feminine

    ανθρώπινη ασθένεια

    I tusener av år var det en vanlig oppfatning at det var noe magisk eller demonisk ved epilepsi.

    Από χιλιάδες χρόνια ήταν κοινή πεποίθησις ότι κάτι μαγικό ή δαιμονικό υπήρχε στην επιληψία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " epilepsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Epilepsi
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Επιληψία

    Epilepsi er ingen sjelden lidelse, men tvert imot svært vanlig.

    Η επιληψία δεν είναι καθόλου σπάνιο περιστατικό, αλλ’ αντιθέτως αρκετά συνηθισμένο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "epilepsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη