Μετάφραση του "ergonomi" σε Ελληνικά

Οι εργονομία, Εργονομία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ergonomi" σε Ελληνικά.

ergonomi
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εργονομία

    noun feminine

    En annen viktig måte å bekjempe belastningssykdommer på er å ta hensyn til ergonomi.

    Ένας άλλος σημαντικός τρόπος με τον οποίο μπορείτε να αντιμετωπίσετε τις RSI είναι να δώσετε προσοχή στην εργονομία.

  • Εργονομία

    En annen viktig måte å bekjempe belastningssykdommer på er å ta hensyn til ergonomi.

    Ένας άλλος σημαντικός τρόπος με τον οποίο μπορείτε να αντιμετωπίσετε τις RSI είναι να δώσετε προσοχή στην εργονομία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ergonomi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ergonomi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη