Μετάφραση του "erstatning" σε Ελληνικά

Οι αντιρρόπηση, αντιστάθμιση, αποζημίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erstatning" σε Ελληνικά.

erstatning
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αντιρρόπηση

  • αντιστάθμιση

    Noun feminine
  • αποζημίωση

    noun feminine

    Der det er jury i sivile saker, kan det være at den avgjør om det skal tilkjennes erstatning.

    Σε αστική υπόθεση, το σώμα των ενόρκων μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση.

  • υποκατάστατο

    neuter

    Men det vet jeg du vil, for jeg tror vi har funnet en erstatning for avhengigheten din.

    Αλλά ξέρω ότι θα το κάνεις. Γιατί πιστεύω ότι βρήκαμε ένα υποκατάστατο για τον εθισμό σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erstatning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erstatning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erstatning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη