Μετάφραση του "espresso" σε Ελληνικά

Το εσπρέσο είναι η μετάφραση του "espresso" σε Ελληνικά.

espresso
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εσπρέσο

    noun masculine

    είδος καφέ

    Det finnes også andre drikker som er basert på samme prinsipp som espresso.

    Ο εσπρέσο αποτελεί τη βάση για πολλά ροφήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " espresso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "espresso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη