Μετάφραση του "etikk" σε Ελληνικά

Οι ηθική, ήθη, δεοντολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etikk" σε Ελληνικά.

etikk γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ηθική

    noun masculine

    Kristen etikk og kristne verdinormer blir hånt og foraktet.

    Η ηθική, οι αξίες και οι κανόνες της Χριστιανοσύνης περιγελούνται και περιφρονούνται.

  • ήθη

    noun neuter

    Hvis den ikke klarer å forandre herskerklassens etikk, hvorfor skulle den da ha noen innvirkning på gjennomsnittskatolikken?

    Αν αποτύχει να αλλάξει τα ήθη της άρχουσας τάξης, γιατί να επηρεάσει το μέσο Καθολικό;

  • δεοντολογία

    noun

    Miguel har tatt lett på etikken i lang tid.

    Ο Μιγκέλ δεν σέβεται τη νομική δεοντολογία τελευταία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etikk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "etikk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etikk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη