Μετάφραση του "faktor" σε Ελληνικά

Οι παράγοντας, αντιπρόσωπος, διαιρέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "faktor" σε Ελληνικά.

faktor
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • παράγοντας

    noun masculine

    Forbruk av fysisk energi er som nevnt bare én av faktorene.

    Η δαπάνη σωματικής ενεργείας είναι ένας από τους παράγοντας.

  • αντιπρόσωπος

    noun
  • διαιρέτης

  • εξάρτημα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " faktor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "faktor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "faktor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη