Μετάφραση του "fargestoff" σε Ελληνικά
Οι βαφή, λάκη, χρωστική ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fargestoff" σε Ελληνικά.
fargestoff
-
βαφή
noun feminineAv kampeche, eller blåtre, ble det laget et svart fargestoff og av lakmuslav et fiolett.
Μια μαύρη βαφή προερχόταν από το αιματόξυλο το καμπεχιανό, ενώ κάποια λειχήνα ονόματι ορκέλλη έδινε βιολετί βαφή.
-
λάκη
feminine -
χρωστική ύλη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fargestoff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη