Μετάφραση του "fedme" σε Ελληνικά

Οι παχυσαρκία, Παχυσαρκία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fedme" σε Ελληνικά.

fedme
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • παχυσαρκία

    noun feminine

    Jevnlig inntak av flere kalorier enn kroppen kan forbrenne, fører til fedme.

    Η τακτική πρόσληψη περισσότερων θερμίδων από αυτές που μπορεί να κάψει το σώμα μας οδηγεί σε παχυσαρκία.

  • Παχυσαρκία

    Jevnlig inntak av flere kalorier enn kroppen kan forbrenne, fører til fedme.

    Η τακτική πρόσληψη περισσότερων θερμίδων από αυτές που μπορεί να κάψει το σώμα μας οδηγεί σε παχυσαρκία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fedme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "fedme"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fedme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη