Μετάφραση του "feiging" σε Ελληνικά

Οι κότα, άνανδρος, δειλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feiging" σε Ελληνικά.

feiging

Person som er feig

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κότα

    noun feminine

    Selv om han er en feiging for å la meg i stikken.

    Αν και είναι κότα που με παράτησε σύξυλο.

  • άνανδρος

    noun masculine
  • δειλός

    noun masculine

    De sutrende feigingene, med deres lange buer og sorte piler

    Aυτούς τους κλαψιάρηδες δειλούς με τα τόξα και τα μαύρα βέλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κιοτής
    • φοβητσιάρης
    • φοβιτσιάρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feiging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feiging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη