Μετάφραση του "fellesskap" σε Ελληνικά

Οι αδελφότητα, κοινότητα, συντροφιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fellesskap" σε Ελληνικά.

fellesskap
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αδελφότητα

    noun feminine

    b) I hvilken forstand kan Jehovas vitners internasjonale fellesskap bli kalt en organisasjon?

    (β) Με ποια έννοια μπορεί να αποκληθεί οργάνωση η διεθνής αδελφότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά;

  • κοινότητα

    ομάδα αλληλεπιδρούντων ζωντανών οργανισμών που μοιράζονται ένα πληθυσμιακό περιβάλλον ή κοινωνική ομάδα που μοιράζεται κοινές αξίες

    Det ville motvirke slike forsøk på å skape bedre samfølelse og fellesskap blant folk.

    Θα επηρέαζε δυσμενώς τις κοινότητες να είναι υγιέστερες.

  • συντροφιά

    noun feminine

    De kan også omfatte å bringe andre inn i troen og fellesskapet i hans rike.

    Επίσης, συμπεριλαμβάνουν να φέρουμε άλλους στην πίστη και την συντροφιά της βασιλείας Του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fellesskap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fellesskap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fellesskap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη