Μετάφραση του "finger" σε Ελληνικά
Οι δάχτυλο, δάκτυλο, δάκτυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finger" σε Ελληνικά.
finger
masculine
γραμματική
-
δάχτυλο
noun masculine neuterδάχτυλο (χεριού)
Føler noen seg tøff nok, må de gjerne løfte en finger, så river jeg av dem armen.
Έτσι και τολμήσει κανείς να μου κουνήσει το δάχτυλο θα του κόψω όλο το χέρι από τη ρίζα.
-
δάκτυλο
noun neuterHvis du prøver på å ta på meg en sløyfe, så mister du en finger.
Εάν προσπαθήσεις να μου βάλεις κορδέλα, θα χάσεις ένα δάκτυλο.
-
δάκτυλος
noun masculineOfte handler det om å rask tenkning, kvikke føtter og sterke fingre.
Συχνά είναι θέμα γρήγορης σκέψης, γρήγορων ποδιών και δυνατών δακτύλων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δάκτυλο του ποδιού
- Δάχτυλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " finger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "finger"
Φράσεις παρόμοιες με "finger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κτύπημα δύο δακτύλων
-
δεξιό κλικ δύο δακτύλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη